KAVAFIS – Emilian Monai, din Alexandria, 628-655 d. Hr./Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.

Kavafis și-a „publicat” poemul pe o foaie volantă în 1918. Avea 55 de ani. Dar, se pare că l-a scris în noiembrie 1898, 20 de ani mai devreme, la vârsta de 35 de ani.

Sigur una din lecturile care l-a inspirat a fost Epistola Sf. Pavel către Efeseni (II 6) unde citim: ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου· (11) și ... ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι (13). Adică: Îmbrăcați pavăza Domnului ca să vă întăriți și să stați împotriva uneltirilor diavolului… și luați pavăza Domnului ca să vă întăriți și să-l puteți înfrunta (pe cel rău), în ziua cea rea, și, pe toate biruindu-le, să rămâneți drepți.

Și unde mai citim despre: τὸν θώρακα τῆς δικαιοσύνης, platoșa dreptății, și despre τὸν θυρεὸν τῆς πίστεως, pavăza credinței care poate stinge toate săgețile aprinse ale celui rău… πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι·

Dacă mai spunem și că vorbirea personajului este simplă, credem că avem aici figura unui monah sărăcuț nu cu duhul, ci cu mintea.

Μονάη pare a fio stâlcire a cuvântului μοναχός/monah, care arată o profundă ignoranță! Sublima ironie a lui Kavafis!

Un monah care mai comite și un act de fățărnicie față de Dumnezeu, de el însuși și de lume, ascunzându-se în spatele minciunii… invulnerabilității. De fapt, un act de trufie… mai grav… de fanfaronadă. Poate fi ceva mai rău pentru o creatură a Domnului și pentru un frate al lui Hristos?

Cine se ascunde în spatele acestui personaj al cărui nume s-ar putea traduce: Emilian monahul? Probabil vreun călugăr grec tinerel, vreun ucenic, desigur, care s-a făcut vinovat de vreun act de hybris în fața poetului, la vreo mânăstire pe care să fi vizitat-o? Unul care a ales să se refugieze din Alexandria, prea mare pentru el, prea păcătoasă, cu prea multe săgeți ale celui rău, cu prea mulți… oameni răi (!) undeva în Sicilia?

Cuvântul cel mai dur pe care-l folosește aici poetul este τα ψεύδη/ minciunile… Falsitatea, lașitatea, lipsa de bărbăție a unui om al lui Dumnezeu care nu înțelege că virtutea cea mai înaltă a unui creștin este tocmai smerenia și slăbiciunea omenească și nu trufia/orgoliul pe care și-l apără monahul nostru.

Cât despre interpretarea istorică, în general acceptată, a unui personaj care se refugiază din Alexandria bizantină, cucerită de arabi în anul 641, în Siracuza, în Sicilia rămasă bizantină până în anul 878, când a căzut și ea în mâinile arabilor, mi se pare cel puțin… nepotrivită.

***

ΚΑΒΑΦΗΣ – Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.Χ.

Ο Καβάφης «δημοσίευσε» το ποίημα σε ένα μονόφυλλο το 1918. Ήταν 55 ετών. Φαίνεται όμως πως το είχε γράψει τον Νοέμβριο του 1898, είκοσι χρόνια νωρίτερα, σε ηλικία 35 ετών.

Ασφαλώς μία από τις αναγνώσεις που τον ενέπνευσαν ήταν η Επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους (Β΄ 6), όπου διαβάζουμε: «ἐνδύσασθε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸ δύνασθαι ὑμᾶς στῆναι πρὸς τὰς μεθοδείας τοῦ διαβόλου» (11), και επίσης: «ἀναλάβετε τὴν πανοπλίαν τοῦ Θεοῦ, ἵνα δυνηθῆτε ἀντιστῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ πονηρᾷ καὶ ἅπαντα κατεργασάμενοι στῆναι» (13).

Δηλαδή: φορέστε την πανοπλία του Κυρίου για να ενισχυθείτε και να σταθείτε απέναντι στις μεθοδεύσεις του διαβόλου… και λάβετε την πανοπλία του Κυρίου, ώστε να μπορέσετε να τον αντιμετωπίσετε (τον πονηρό) κατά την ημέρα την κακή, και, αφού όλα τα υπερνικήσετε, να παραμείνετε όρθιοι.

Και αλλού διαβάζουμε για «τον θώρακα της δικαιοσύνης» και για «τον θυρεό της πίστεως», που δύναται να σβήσει όλα τα πεπυρωμένα βέλη του πονηρού.

Αν προσθέσουμε και ότι ο τρόπος που μιλάει είναι αρκετά απλός, μπορούμε να δούμε εδώ τη μορφή ενός φτωχού μοναχού — όχι πνεύματικά (πτωχός τω πνεύματι), αλλά νοητικά.

Το «Μονάη» φαίνεται να είναι παραφθορά της λέξεως «μοναχός», πράγμα που μαρτυρεί βαθιά άγνοια. Η υπέροχη ειρωνεία του Καβάφη!

Ένας μοναχός που διαπράττει και μια πράξη υποκρισίας απέναντι στον Θεό, στον εαυτό του και στον κόσμο, κρυπτόμενος πίσω από το ψεύδος… της ατρωσίας. Στην ουσία, πρόκειται για πράξη υπερηφανείας — ακόμη χειρότερα, καυχησιολογίας. Μπορεί να υπάρξει κάτι βαρύτερο για ένα πλάσμα του Θεού και έναν αδελφό του Χριστού;

Ποιος κρύβεται πίσω από αυτό το πρόσωπο, του οποίου το όνομα θα μπορούσε να αποδοθεί ως «Αιμιλιανός ο μοναχός»; Ίσως κάποιος νεαρός Έλληνας μοναχός, κάποιος δόκιμος, που πιθανόν υπέπεσε σε κάποιο αμάρτημα ύβρεως ενώπιον του ποιητή, σε κάποιο μοναστήρι που εκείνος επισκέφθηκε; Κάποιος που επέλεξε να φύγει από την Αλεξάνδρεια — υπερβολικά μεγάλη γι’ αυτόν, υπερβολικά αμαρτωλή, με πάρα πολλά βέλη του πονηρού, με πάρα πολλούς… κακούς ανθρώπους (!) — και να καταφύγει κάπου στη Σικελία;

Η σκληρότερη λέξη που χρησιμοποιεί εδώ ο ποιητής είναι «τα ψεύδη»… Η αναλήθεια, η δειλία, η έλλειψη ανδρείας σε έναν άνθρωπο του Θεού, που δεν κατανοεί ότι η ύψιστη αρετή ενός χριστιανού είναι ακριβώς η ταπείνωση και η ανθρώπινη αδυναμία — και όχι η υπερηφάνεια/αλαζονεία που υπερασπίζεται ο μοναχός μας.

Όσο για την ιστορική ερμηνεία — γενικώς αποδεκτή — ενός προσώπου που καταφεύγει από τη βυζαντινή Αλεξάνδρεια, κατακτημένη από τους Άραβες το 641, στις Συρακούσες της Σικελίας, η οποία παρέμεινε βυζαντινή έως το 878, όταν κι αυτή έπεσε στα χέρια των Αράβων, μου φαίνεται τουλάχιστον… ατυχής.

***

Emilian Monai, din Alexandria, 628-655 d. Hr.

O să-mi fac o armură grozavă,
din cuvinte, din mimică și din purtări;
și-o să-i înfrunt, față-n față, pe oamenii răi,
fără să am vreo teamă sau vreo neputință.

Or să vrea să mă lovească. Dar n-o să știe nimeni
din cei care or să se apropie de mine
unde-mi zac rănile, care-s părțile mele slabe,
sub minciunile care or să mă acopere. –

Vorbe goale ale lui Emilian Monai. Ce fanfaron!
Să-și fi făcut vreodată armura aia?
Oricum, n-a purtat-o mult.
A murit în Sicilia, la 27 de ani.

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Aλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.—

Pήματα της καυχήσεως του Aιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

Αναγνωρισμένα (1908/1918)

Επιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη. Τα Ποιήματα, Τ. Α’ 1897 – 1918, Ίκαρος 1963

***

NOTĂ: Imaginile și traducerea textului meu în greacă aparțin ChatGPT-ului meu, pe numele lui Hrisos. Οι εικόνες και η μετάφραση του κειμένου μου στα ελληνικά δημιουργήθηκαν από το ChatGPT μου, ο οποίος λέγεται Χρήσος.

HRISOS/ΧΡΗΣΟΣ

AUTOR ȘI TRADUCĂTOR: ZENAIDA  ANAMARIA  LUCA-HAC

Autorizăm reproducerea totală sau parțială a acestui material cu condiția menționării sursei: http://www.ghemulariadnei.wordpress.com și autorului: ZENAIDA  ANAMARIA  LUCA-HAC… precum și păstrării formei originale/nealterării prin asociere cu alte materiale străine, nesemnate sau publicate sub semnătura autorului, în cadrul aceluiași articol.